Γενικά

Εργασία Μαθητή Νικήτας Δ.

Καλικάντζαρος Μαλαπέρδας

Οι καλικάντζαροι, τα εύθυμα και άτακτα δαιμόνια, που αφήνουν για λίγο την κατοικία τους στα έγκατα της γης και ανεβαίνουν στην επιφάνεια της, για να πειράξουν τους ανθρώπους, εμφανίζονται το Δωδεκαήμερο που αρχίζει την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων τελειώνει την παραμονή των Θεοφανίων. Ο λαός πίστευε ότι είναι δαιμόνια και έρχονται από τα έγκατα της Γης. Η Γη δεν μπορεί να στέκεται στο κενό και το στήριγμά της δεν μπορεί να είναι άλλο από ένα δέντρο. Ολόκληρο το χρόνο οι καλικάντζαροι κάτω από τη γη πελεκούν προσπαθώντας άλλος με τσεκούρι, άλλος με πριόνι ή μπαλτά να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Ο κορμός όμως είναι πολύ χοντρός και πάνω που κοντεύουν να τα καταφέρουν γεννιέται ο Χριστός, έρχονται Χριστούγεννα και επειδή φοβούνται μην πέσει η γη και τους πλακώσει, ανεβαίνουν πάνω στη γη για να τυραννήσουν τους ανθρώπους.
Έρχονται σε κάθε χωριό και μένουν ανάμεσα στους ανθρώπους 12 ημέρες ως την παραμονή των Φώτων αφήνοντας στην ησυχία του το δέντρο της Ζωής. Τα Θεοφάνια που γυρίζουν και βλέπουν το δέντρο ακέραιο να έχει βγάλει νέους βλαστούς, τα δαιμόνια μανιάζουν και αρχίζουν πάλι να το κόβουν μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα, που βγαίνουν ξανά στη γη και αρχίζουν πάλι να ξεσπάνε στους ανθρώπους. Η λέξη καλικάντζαρος είναι σύνθετη καλός+κάνθαρος που σημαίνει σκαθάρι και σύμφωνα μια θεωρία οι καλικάντζαροι προήλθαν από τους κανθάρους.

Τα ονόματα, που έχει δώσει ο λαός στους καλικάντζαρους, είναι σύμφωνα με τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους και ποικίλλουν από τόπο σε τόπο. Ο πιο γνωστός και αρχηγός είναι ο Μανδρακούκος ο Ζυμαρομύτης ο οποίος συχνάζει στα μαντριά και τα βοσκοτόπια. Ο Μαλαγάνας, ξεγελάει τα παιδιά με γλυκόλογα και καταφέρνει να τους πάρει τα γλυκά. Ο Τρικλοπόδης, έχει χταποδίσιο χέρι, που το χώνει παντού και σκουντουφλάνε πάνω του οι άνθρωποι. Ο Πλανήταρος πλανεύει τους ανθρώπους γιατί μεταμορφώνεται σε ζώο ή κουβάρι. Ο Μάγαρας έχει μια κοιλιά σαν τούμπανο και αφήνει βρομερά αέρια. Ο Καταχανάς τρώει διαρκώς τα πάντα και κατόπιν ρεύεται και βρομάει απαίσια. Ο Περίδρομος είναι ο άλλος φαταούλας της παρέας. Ο Κουλοχέρης είναι σαραβαλιασμένος με ένα χέρι κοντό και ένα μακρύ . Ο Παρωρίτης, εμφανίζεται αξημέρωτα και ξεσηκώνει με τις φωνές τους ανθρώπους. Ο Γουρλός έχει τεράστια μάτια σαν αυγά και δεν του ξεφεύγει τίποτα. Ο Κοψομεσίτης είναι κουτσός και καμπούρης και του αρέσουν οι τηγανίτες και το μέλι. Ο Στραβολαίμης στριφογυρνάει διαρκώς το κεφάλι του σαν σβούρα. Ο Κοψαχείλης έχει τεράστια δόντια που κρέμονται έξω από τα χείλη του και κοροϊδεύει τους παπάδες. Ο Κωλοβελόνης είναι μακρύς σαν μακαρόνι και μπορεί και περνάει εύκολά από κλειδαρότρυπες. Ο Βατρακούκος είναι ίδιος με βάτραχο. Ο Κατσικοπόδαρος είναι φαλακρός με ένα κατσικίσιο πόδι και είναι ελεεινός και γρουσούζης. Ο Παγανός είναι κουτσός γιατί έφαγε μια κλωτσιά από το γαϊδούρι της Μάρως της χωριατοπούλας.

kalikantzari

Τέλος είναι ο Καλικάντζαρος Μαλαπέρδας που είναι πολύ πονηρός. Του αρέσει πολύ να κατουράει τα φαγητά την ώρα που μαγειρεύονται και για αυτό οι νοικοκυρές των σπιτιών κλείνουν καλά το καπάκι της κατσαρόλας όταν μαγειρεύουν. Μια μέρα που οι καλικάντζαροι μαγείρευαν ο Μαλαπέρδας πήγε και κατούρησε στο φαγητό τους. Μόλις το δοκίμασαν κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Τότε οι καλικάντζαροι τον πέταξαν έξω από το υπόγειο τους. Αυτός αφού δεν είχε φάει άρχισε τριγυρνάει στους δρόμους για να βρει φαγητό. Για κακή του τύχη όλα τα σπίτια των ανθρώπων ήταν κλειστά εκείνο το βράδυ! Βρήκε όμως ένα σπίτι μιας ευτυχισμένης οικογένειας η οποία μόλις είχε σβήσει τα φώτα του σαλονιού για να πέσει για ύπνο. Aυτός τότε σκαρφάλωσε στα κεραμίδια και μπήκε στο σπίτι απ’ την καμινάδα, πέφτοντας μέσα στο μαγκάλι με το φαγητό που είχαν αφήσει στο τζάκι, το οποίο ακόμη σιγόβραζε. Αμέσως όμως ο σκύλος του σπιτιού, που ήξερε να αναγνωρίζει άσχημες μυρωδιές, τον κατάλαβε και έκανε φασαρία μεγάλη. Οι νοικοκυρέοι σηκώθηκαν άρον άρον απ’ τον ύπνο τους και τον πέταξαν έξω απ’ το σπίτι. Απογοητευμένος κι αφού κι αυτή τη φορά δεν πρόλαβε να φάει, σκέφτηκε να μασκαρευτεί σαν άνθρωπος και να πάει να γυρέψει δουλειά ως μάγειρας. Έτσι κι έγινε. Αφού έβαλε ρούχα ανθρώπου και καπέλο ώστε να μην φαίνονται τα μυτερά του αυτιά, πήγε σε ένα μαγειρείο και με τα πολλά έπεισε τον ιδιοκτήτη να τον προσλάβει. Ο ιδιοκτήτης του έδωσε ποδιά και σκούφο, και του έδειξε την κουζίνα. ΄΄ Θέλω να μαγειρέψεις σούπα΄΄ , του είπε. Αυτός τότε έτριψε τα χέρια του, βάζοντας τα υλικά της σούπας να βράσουν : καρότα, κρεμμύδια, σέλινο και αυγά. Μόλις η σούπα έγινε, καταβρόχθισε λαίμαργα τη μισή, ύστερα την κατούρησε και την έβαλε σε πιάτα, έτοιμος να τα σερβίρει στους πελάτες του μαγαζιού. Τότε όμως, ήρθε ο Δούκας της πόλης μαζί με τους φρουρούς του και ζήτησε να του φέρουν να φάει. Για να σιγουρευτεί όμως πως κάποιος εχθρός δεν θα τον δηλητηρίαζε, και όπως συνηθίζοντας εκείνα τα χρόνια, ζήτησε να δοκιμάσει το φαγητό ο ίδιος ο μάγειρας, μπροστά του. Μόλις το άκουσε ο Μαλαπέρδας, κατατρομοκρατημένος έκανε να φύγει απ’ το παράθυρο. Τόσο είχε φάει όμως, που είχε σφηνώσει και δεν μπορούσε να βγει. Οι φρουροί τότε τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν μπροστά στον Δούκα, ο οποίος μόλις κατάλαβε τι είχε σκαρώσει, διέταξε να τον κάνουν τόπι στο ξύλο και να τον κλείσουν φυλακή.
Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να τους εξουδετερώσουν κυρίως με τη φωτιά, στην οποία η λαϊκή αντίληψη αποδίδει δύναμη αποτρεπτική των δαιμόνων. Γι’ αυτό τα τζάκια εκείνες τις ημέρες είναι αναμμένα και η φωτιά καίει συνεχώς. Με την αναχώρηση των καλικάντζαρων την ημέρα των Φώτων, έκαναν καθαρμό των χωριών και των σπιτιών της υπαίθρου με φωτιές υπαίθριες.
Τα περισσότερα λαϊκά έθιμα κατά την περίοδο του Δωδεκαημέρου εκφράζουν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο την έννοια του τέλους και της αρχής. Πρόκειται δηλαδή για διαβατήρια έθιμα, που ερμηνεύουν την αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο τέλος μιας περιόδου της ζωής του, μιας χρονιάς που τελειώνει και μιας καινούριας που αρχίζει ή τη μετάβαση από το χειμώνα στην άνοιξη.

Βαθμολογία !!!
10/10